Η πορεία της συνδέει την ιστορική γλωσσολογία με την επιτόπια έρευνα στις κοινότητες του Πόντου και τη διατήρηση της γλωσσικής τους κληρονομιάς
Η Ιωάννα Σιταρίδου, καθηγήτρια Ισπανικής και Ιστορικής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και Εταίρος του Κόμβου, εξελέγη President-Elect της Societas Linguistica Europaea και θα αναλάβει την προεδρία το 2027. Η εκλογή πραγματοποιήθηκε στη φετινή ετήσια συνάντηση της εταιρείας, στο Όσναμπρικ της Γερμανίας. Η Societas Linguistica Europaea ιδρύθηκε το 1966 και προάγει τη γλωσσολογική έρευνα διεθνώς.
Σημαντικό μέρος του έργου της αποτελεί η δεκαοκτάχρονη έρευνα στα ρομέικα και στις κοινότητες που τα μιλούν. Πρόκειται για μια απειλούμενη ελληνική γλωσσική ποικιλία που εξακολουθεί να μιλιέται στην περιοχή της Τραπεζούντας, στη βορειοανατολική Τουρκία. Η μελέτη της φωτίζει παλαιότερες φάσεις της ελληνικής και βοηθά να κατανοήσουμε πώς εξελίσσεται μια γλώσσα μέσα από τη μακρόχρονη επαφή της με άλλες.
Τι αποκαλύπτουν τα ρομέικα για την ελληνική γλώσσα;
Τα ρομέικα διατηρούν γραμματικά χαρακτηριστικά που έχουν χαθεί από την κοινή νέα ελληνική, όπως το απαρέμφατο. Η Ιωάννα Σιταρίδου μελέτησε συστηματικά τις μορφές και τις χρήσεις του, εμπλουτίζοντας τις παλαιότερες καταγραφές και φωτίζοντας τη σύνδεσή του με προηγούμενες φάσεις της ελληνικής.
Τα ευρήματά της στηρίζουν μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορικής εξέλιξης των ρομέικων, με έμφαση στις ελληνιστικές τους καταβολές. Η διατήρηση παλαιών χαρακτηριστικών συνυπάρχει με αλλαγές αιώνων, γι’ αυτό και ο χαρακτηρισμός «αναλλοίωτα αρχαία ελληνικά» είναι παραπλανητικός.
Σύμφωνα με το Cambridge Centre for Greek Studies, τα ρομέικα συγγενεύουν στενά με την ποντιακή που μιλιέται στην Ελλάδα. Παρά τις γραμματικές διαφορές τους, συγκροτούν μαζί έναν σημαντικό κλάδο της μικρασιατικής ελληνικής.
Η Ιωάννα Σιταρίδου κοντά στις κοινότητες των ομιλητών
Από το 2008, η Ιωάννα Σιταρίδου πραγματοποιεί επιτόπια έρευνα στον Πόντο, συμμετέχοντας στην καθημερινότητα των κατοίκων και συνεργαζόμενη ιδιαίτερα με τις γυναίκες των κοινοτήτων. Οι επανειλημμένες επισκέψεις της επέτρεψαν να καταγράψει τη γλώσσα όπως χρησιμοποιείται στις καθημερινές συνομιλίες.
Οι ομιλητές των ρομέικων στην περιοχή είναι Τούρκοι πολίτες και μουσουλμάνοι. Καθώς η ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 βασίστηκε στη θρησκεία, οι μουσουλμανικές ελληνόφωνες κοινότητες παρέμειναν στον Πόντο, διατηρώντας τη γλώσσα τους μέχρι σήμερα.
Η μετάδοσή της, ωστόσο, υποχωρεί. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Cambridge το 2024, οι φυσικοί ομιλητές στην περιοχή της Τραπεζούντας εκτιμώνταν σε λίγες χιλιάδες, χωρίς να υπάρχει ακριβής καταμέτρηση. Πολλοί ήταν άνω των 65 ετών, ενώ λιγότεροι νέοι μάθαιναν τη γλώσσα. Η μετανάστευση και ο κοινωνικός στιγματισμός δυσκολεύουν περαιτέρω τη μεταβίβασή της στις επόμενες γενιές.
Στην προσπάθεια καταγραφής της εντάσσεται η τρίγλωσση πλατφόρμα Crowdsourcing Romeyka, που παρουσιάστηκε το 2024. Αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τον Matthew Nazari, τότε φοιτητή Πληροφορικής στο Harvard, και προσκαλεί ομιλητές από όλο τον κόσμο να συνεισφέρουν ηχογραφήσεις. Το υλικό συγκεντρώνεται σε ένα αποθετήριο προφορικού λόγου για την έρευνα και τη δημιουργία εκπαιδευτικού υλικού.
Την ίδια χρονιά, η καθ. Σιταρίδου παρουσίασε την έρευνά της σε έκθεση του MOHA στην Καβάλα. Την επισκέφθηκαν περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι, ενώ ξεναγήθηκαν 100 μαθητές, φέρνοντας τα ρομέικα και το ζήτημα της επιβίωσής τους σε ένα ευρύτερο κοινό.
Από την έρευνα στον Πόντο στη διδασκαλία στο Σικάγο
Το φθινόπωρο του 2026, η Ιωάννα Σιταρίδου βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο ως επισκέπτρια καθηγήτρια. Στο πρόγραμμα του Τμήματος Γλωσσολογίας συνδιδάσκει με την Αναστασία Γιαννακίδου το μάθημα The Life and Death of a Language: Endangered Greek in Anatolia, το οποίο αξιοποιεί δεδομένα από τα ρομέικα για τη μελέτη της γλωσσικής αλλαγής.
Η ακαδημαϊκή της διαδρομή ξεκίνησε από τη Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές Γλωσσολογίας στο University College London και διδακτορικό στη Γλωσσολογία των Ρομανικών Γλωσσών στο Πανεπιστήμιο του Manchester. Στο Cambridge υπηρετεί από το 2004 και είναι επίσης συνδιευθύντρια του Cambridge Centre for Greek Studies.
Το ενδιαφέρον της για απειλούμενες και κοινωνικά περιθωριοποιημένες γλώσσες εκτείνεται πέρα από τον Πόντο. Περιλαμβάνει τη ρομανί στη Θεσσαλονίκη, τα βλάχικα στα Τρίκαλα, το Llanito στο Γιβραλτάρ και την αφροπορτογαλική της Σρι Λάνκα. Κοινό στοιχείο αυτής της δουλειάς είναι η προσοχή στις γνώσεις, στις επιθυμίες και στις προτεραιότητες των ίδιων των ομιλητών.
Η καταγραφή των ρομέικων διασώζει πολύτιμο υλικό για την έρευνα και τις επόμενες γενιές. Το μέλλον τους ως ζωντανής γλώσσας εξαρτάται από τη δυνατότητα των ομιλητών να συνεχίσουν να τα χρησιμοποιούν και να τα μεταδίδουν στα παιδιά τους.
